Νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Diabetes Care, δείχνει ότι τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες με σακχαρώδη διαβήτη κύησης,
έχουν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους στην ηλικία των δύο μηνών, συγκριτικά με εκείνα που γεννιούνται από υγιείς μητέρες.

Για τους σκοπούς της μελέτης, ερευνητές από το Imperial College του Λονδίνου, προσδιόρισαν τα επίπεδα σωματικού λίπους σε 86 βρέφη, με χρήση μαγνητικής τομογραφίας. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν λίγο μετά τη γέννηση και επαναλήφθηκαν στους 8-12 μήνες. Από τις μητέρες που συμμετείχαν στη μελέτη, 42 είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη κύησης.

Συνολικά, βρέθηκε πως τα βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες με διαβήτη κύησης είχαν το ίδιο ποσοστό σωματικού λίπους λίγο μετά τη γέννηση, με εκείνα που γεννήθηκαν από υγιείς μητέρες. Ωστόσο, δύο μήνες μετά τη γέννηση, το ποσοστό λίπους φάνηκε να διαφοροποιείται μεταξύ των δύο ομάδων, με τα βρέφη των μητέρων που είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη κύησης, να εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους και τη διαφορά να κυμαίνεται στο 16%.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι παράγοντες που πιθανόν εξηγούν τις παρατηρούμενες διαφορές δεν είναι γνωστοί, αν και ενδεχομένως να περιλαμβάνουν αλλαγές στο μεταβολισμό του εμβρύου κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής ή ακόμη και διαφορές στη σύσταση του μητρικού γάλακτος, μεταξύ των υγιών μητέρων κι εκείνων που εμφάνισαν διαβήτη κύησης.

Όπως αναφέρει η επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, πρόκειται για την πρώτη μελέτη που δείχνει ότι ο διαβήτης κύησης μπορεί να συνδέεται με πρώιμες μεταβολές στο βρέφος. Κλείνοντας, σχολιάζει πως, καθώς η εν λόγω διαταραχή εμφανίζεται όλο και συχνότερα, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τι επίδραση μπορεί να έχει στο βρέφος.

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr