Μια νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του παιδιατρικού κέντρου John Hopkins στις Η.Π.Α. έρχεται να συσχετίσει την εμφάνιση αναιμίας στα παιδιά με τη μειωμένη πρόσληψη βιταμίνης D.
Οι επιστήμονες εξέτασαν δείγματα αίματος από 10.400 παιδιά και εφήβους (ηλικίας μεταξύ 1 και 21 ετών).
Βρήκαν ότι τα παιδιά με χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης, μιας πρωτεΐνης που κρατά το οξυγόνο στα ερυθρά αιμοσφαίρια μας και μειωμένα επίπεδά της σχετίζονται με αναιμία, είχαν σταθερά χαμηλότερα επίπεδα της βιταμίνης D, σε σύγκριση με τα παιδιά που είχαν φυσιολογικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης. Τ
α παιδιά μάλιστα που εμφάνιζαν ανεπάρκεια βιταμίνης D είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο αναιμίας. Σύμφωνα πάντα με τους επιστήμονες, η χαμηλή βιταμίνη D μπορεί να συνδέεται με αναιμία μέσω αρκετών μηχανισμών.

Ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% της βιταμίνης D παράγεται στο σώμα μας από τη δράση της ηλιακής ακτινοβολίας στο δέρμα.. H παραγωγή της βιταμίνης D είναι μεγαλύτερη τις μεσημεριανές ώρες, παρά νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα.. και εξαρτάται, από την ένταση της ακτινοβολίας, το χρώμα του δέρματος, αλλά και την ηλικία.
Η μειωμένη ηλιοφάνεια, κατά τους χειμερινούς μήνες μπλοκάρει την απορρόφηση της υπεριώδους ακτινοβολίας, εμποδίζοντας τον σχηματισμό βιταμίνης D στο σώμα. Το υπόλοιπο 10% της βιταμίνης D που έχει ανάγκη ο οργανισμός λαμβάνεται από τις τροφές.

Οι κύριες τροφές που περιέχουν την πολύτιμη αυτή βιταμίνη είναι τα ψάρια (κυρίως σολομός, ρέγκα, σαρδέλα και τόνος), ο κρόκος του αυγού, το βοδινό κρέας και το συκώτι και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr