Τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά αποτέλεσαν αντικείμενο έντονου επιστημονικού ενδιαφέροντος, στα πλαίσια του 20ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Διατροφής, που πραγματοποιήθηκε φέτος στη Γρανάδα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η ομιλία του Καθηγητή Επιδημιολογίας και Διευθυντή του Κέντρου για τη Δημόσια Υγεία και Διατροφή στο Πανεπιστήμιο της Washington Adam Drewnowski, αναλύοντας δεδομένα σε σχέση με τα γλυκαντικά, που πρόεκυψαν από την Εθνική Μελέτη για τη Διατροφή και την Υγεία των ΗΠΑ (US-NHANES).

Σύμφωνα με τους ερευνητές λοιπόν, τα άτομα που καταναλώνουν ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα συμμόρφωσης με τις κατευθυντήριες διατροφικές οδηγίες των ειδικών, παρουσιάζουν υψηλότερη πρόσληψη φρούτων, λαχανικών και προϊόντων ολικής άλεσης, και καταναλώνουν μικρότερη ποσότητα λιπαρών, ζάχαρης και νατρίου (αλατιού), σε σύγκριση με τα άτομα που δεν καταναλώνουν ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά.

Επιπλέον, πολλοί από αυτούς έχουν διακόψει το κάπνισμα και κάνουν κάποια μορφή σωματικής δραστηριότητας, είπε ο καθηγητής Drewnowski για τους 22.000 καταναλωτές ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών της μελέτης.

Επιπλέον, ο καθηγητής επιβεβαίωσε ότι τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά δεν ευθύνονται για το υπερβάλλον βάρος και την παχυσαρκία, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που ακούγονται κατά καιρούς. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Τα άτομα που χρησιμοποιούν ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά προσπαθούν να ελέγξουν το βάρος τους, αφού όμως αυτό έχει πρώτα αυξηθεί (κατάσταση που επιστημονικά καλείται «αντίστροφη αιτιότητα»). Έτσι, αν και μερικοί καταναλωτές ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών της μελέτης έχουν υψηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος, στην πραγματικότητα τα έχουν ενσωματώσει στη διατροφή τους στην προσπάθειά τους να μειώσουν ή να ελέγξουν το βάρος τους».

Όσον αφορά στοιχεία σε σχέση με τα άτομα που προτιμούν τα ολογιοθερμιδικά γλυκαντικά, σύμφωνα πάντα με τη νέα μελέτη, το 19% του πληθυσμού των Η.Π.Α. επιλέγει ροφήματα με χαμηλές θερμίδες και περίπου το 12% χρησιμοποιεί επιτραπέζια γλυκαντικά. Επίσης, όπως μαρτυρούν τα επιστημονικά δεδομένα, η κατανάλωση των γλυκαντικών υλών αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας, φθάνοντας στο μέγιστο επίπεδό της στα άτομα μεταξύ 45 και 64 ετών, και είναι πιο συχνή στις γυναίκες που έχουν υψηλά εισοδήματα και ανώτερο μορφωτικό επίπεδο.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr