Ανεξήγητο φούσκωμα: Μήπως φταίει το γάλα

Η λακτόζη είναι ένα σάκχαρο που υπάρχει στο γάλα και σε ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα και αποτελείται από δύο μόρια: τη γαλακτόζη και τη γλυκόζη.
Η δυσανεξία στη λακτόζη αναπτύσσεται όταν ο οργανισμός δεν μπορεί να απορροφήσει τη λακτόζη.

Τα άτομα που δεν μπορούν να αφομοιώσουν καλά το γάλα ανήκουν σε μία από τις εξής ομάδες:

1) σε εκείνους που δεν παράγουν καθόλου το ένζυμο λακτάση, επομένως η παραμικρή ποσότητα μπορεί να τους δημιουργήσει δυσφορία,

2) σε εκείνους οι οποίοι κάνουν δυσαπορρόφηση της λακτόζης (που μπορεί να οφείλεται σε ελλιπή παραγωγή λακτάσης ή σε άλλους παράγοντες π.χ. ταχεία κινητικότητα του εντέρου), επομένως μπορούν να απορροφήσουν μικρές δόσεις, ωστόσο έχουν συμπτώματα μετά από μεγάλη κατανάλωση. Και στις δύο περιπτώσεις αναφερόμαστε σε δυσανεξία λακτόζης, απλώς τα συμπτώματα μπορεί να είναι εντονότερα ή πιο ήπια.

Φυσιολογικά ο οργανισμός παράγει ένα ένζυμο, τη λακτάση, η οποία είναι απαραίτητη για τη διάσπαση των δύο μορίων της λακτόζης και την ομαλή απορρόφηση τους. Όταν απουσιάζει η λακτάση, η λακτόζη περνά από το έντερο αδιάσπαστη και όταν φτάνει στο παχύ έντερο μεταβολίζεται από τη μικροχλωρίδα του προκαλώντας μετεωρισμό και διάρροια.

Η λακτόζη δεν είναι απαραίτητο θρεπτικό συστατικό, ωστόσο επειδή βρίσκεται στο γάλα, είναι σημαντικό άτομα με δυσανεξία να εξασφαλίζουν άλλα θρεπτικά στοιχεία του γάλακτος όπως το ασβέστιο, από άλλες πηγές. Το γιαούρτι και το τυρί συνήθως είναι καλά ανεκτά από άτομα με ήπια δυσανεξία στη λακτόζη, καθώς στα προϊόντα αυτά η λακτόζη έχει διασπαστεί κατά τη ζύμωση τους.

Επίσης πλέον κυκλοφορούν γάλατα χαμηλά σε λακτόζη τα οποία είναι επίσης κατάλληλα για άτομα με ήπια δυσανεξία.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr

Πηγή