Ο χρόνος εισαγωγής ημιστερεών ή στερεών τροφίμων, δηλαδή τροφίμων πέρα του μητρικού γάλακτος ή του υποκατάστατου, στο βρέφος, τοποθετείται περίπου στον 6ο μήνα ζωής.
Βέβαια, εκτός από την ηλικία του παιδιού, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ετοιμότητά του για κατανάλωση συμπληρωματικής τροφής.

Πιο συγκεκριμένα, το βρέφος είναι έτοιμο να δεχτεί στερεά τροφή όταν:

– Μπορεί να στηρίξει καλά το κεφάλι του σε καθιστή θέση

– Συντονίζει τις κινήσεις των ματιών, των χεριών και του στόματος έτσι ώστε να μπορεί να πιάσει την τροφή και να τη βάλει στο στόμα του

– Μπορεί να καταπιεί την τροφή χωρίς να τη σπρώχνει έξω από το στόμα

Οι παραπάνω «συνθήκες» ικανοποιούνται συνήθως με τη συμπλήρωση του 6ου μήνα, οπότε και το γαστρεντερικό σύστημα και η νεφρική λειτουργία του μωρού έχουν ωριμάσει αρκετά, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες που φέρνει η εισαγωγή στερεάς τροφής. Βέβαια, δεν αποκλείεται η «κατάλληλη» στιγμή για ένα βρέφος να έρθει λίγο πριν ή λίγο μετά τη συμπλήρωση του 6ου μήνα, γεγονός που θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά και μέσα από τη συνεργασία των γονέων με τον παιδίατρο.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η πρώιμη όσο και η καθυστερημένη εισαγωγή στερεών τροφίμων, δηλαδή πριν την έναρξη του 5ου μήνα ή μετά τη συμπλήρωση των 6,5 μηνών αντίστοιχα, θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς σχετίζονται με εμφάνιση διαφόρων προβλημάτων.

Ειδικότερα, η πρώιμη εισαγωγή στερεάς τροφής οδηγεί σε αντικατάσταση μέρους του μητρικού γάλακτος από τρόφιμα με χαμηλότερη διατροφική αξία, με αποτέλεσμα να μην καλύπτονται ικανοποιητικά οι ανάγκες του βρέφους σε θρεπτικά συστατικά, ενώ παράλληλα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τροφικών αλλεργιών, λοιμώξεων του γαστρεντερικού συστήματος και πνιγμού.

Από την άλλη, η καθυστερημένη εισαγωγή στερεών τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε διατροφικές ανεπάρκειες και μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, καθώς το μητρικό γάλα δεν επαρκεί για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του βρέφους μετά το πέρας των πρώτων 6 μηνών.

Τέλος, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικής αντίδρασης, καθώς και καθυστέρηση της ανάπτυξης δεξιοτήτων όπως η ικανότητα μάσησης και της εξοικείωσης του βρέφους με νέες γεύσεις, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε μετέπειτα άρνηση κατανάλωσης ορισμένων τροφίμων.

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr