Η «κακή» χοληστερόλη ή LDL-χοληστερόλη είναι μια λιποπρωτεΐνη που λειτουργεί ως «μεταφορέας» της χοληστερόλης και είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά της από το ήπαρ προς τους ιστούς. Ο χαρακτηρισμός της ως «κακή» προκύπτει από το γεγονός ότι η αύξηση των επιπέδων της συγκεκριμένης λιποπρωτεΐνης, οδηγεί σε μεγαλύτερη εναπόθεση χοληστερόλης στα τοιχώματα των αρτηριών, που αποτελεί ένα από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης αθηροσκλήρωσης, η οποία με τη σειρά της αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων.

Επομένως, στόχος θα πρέπει να είναι η μείωση όχι μόνο της ολικής χοληστερόλης, αλλά και της LDL-χοληστερόλης. Ειδικότερα, οι επιθυμητές τιμές για τα επίπεδα «κακής» χοληστερόλης σε υγιή άτομα είναι κάτω από 120 mg/dl.

Το σωματικό βάρος και οι συνήθειες διατροφής και άσκησης μπορούν να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την LDL-χοληστερόλη. Πιο συγκεκριμένα, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και αντίστοιχα η μείωσή του σε περίπτωση υπέρβαρου ή παχυσαρκίας, η αποφυγή των πλούσιων πηγών κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων και η αντικατάστασή τους από μονοακόρεστα και πολυακόρεστα, (από ελαιόλαδο, ξηρούς καρπούς και ψάρι) η αύξηση της πρόσληψης διαλυτών φυτικών ινών και η συστηματική ενασχόληση με κάποια μορφή άσκησης, αποτελούν βασικά βήματα για τον καλύτερο έλεγχο των επιπέδων «κακής» χοληστερόλης.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr