Μπορεί τα εισαγόμενα φάρμακα να καταναλώνονται περισσότερο, αλλά οι Έλληνες εμπιστεύονται σχεδόν καθολικά τα Ελληνικά φάρμακα και, μάλιστα, χωρίς να γνωρίζουν ότι είναι πολύ φθηνότερα από τα εισαγόμενα.
Ειδικότερα πανελλαδική έρευνα της Alco, που πραγματοποιήθηκε σε τυχαίο δείγμα 1.000 ατόμων ηλικίας 18 ετών και πάνω, έδειξε ότι 8 στους 10 δηλώνουν αυθόρμητα ότι εμπιστεύονται τα Ελληνικά φάρμακα. Το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο (84%) στις ηλικίες άνω των 45 ετών, που, κατά τεκμήριο, είναι οι κύριοι καταναλωτές φαρμάκων. Τότε γιατί τα περισσότερα φάρμακα που καταναλώνονται είναι εισαγωγής; Δημιουργείται εύλογα το ερώτημα. Η ίδια έρευνα έδειξε ότι σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρείται πως ευθύνονται:

• Οι πιέσεις των πολυεθνικών εταιριών στις κυβερνήσεις
• Η λανθασμένη πολιτική των κυβερνήσεων

Δεν θα μπορούσαν, βέβαια, να λείπουν και οι καταγγελίες για τους γιατρούς.

• Το 43% πιστεύει πως ο έλεγχος της αγοράς από τις εισαγωγές οφείλεται «στις πιέσεις των πολυεθνικών»,
• Το 24% θεωρεί πως γι αυτό ευθύνεται «η προώθηση ξένων φαρμάκων από τους γιατρούς»,
• Το 18% ενοχοποιεί τη «λανθασμένη πολιτική των κυβερνήσεων»,
• Το 10% το αποδίδει στη «λανθασμένη ενημέρωση»,
• Το 3% στην «προώθηση από τους φαρμακοποιούς».

Σε ό,τι αφορά στην αξιολόγηση των πρόσφατων μέτρων της κυβέρνησης για τη φαρμακευτική πολιτική, σε όσους έχουν άποψη, η συντριπτική πλειοψηφία (το 73%) θεωρεί πως αυτά πλήττουν την Ελληνική φαρμακοβιομηχανία και ζητά να αποσυρθούν. Αντίθετα, το 27% τα θεωρεί σωστά και ζητά να παραμείνουν.

Δεν είναι ευρέως γνωστό πόσο φτηνά είναι τα Ελληνικά φάρμακα
Σύμφωνα με την έρευνα της ALCO, η Ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει ότι τα Ελληνικά φάρμακα είναι κατά 65% φθηνότερα των εισαγομένων πρωτότυπων – το ήξερε μόλις 1 στους 100.
Στην ερώτηση «γενικά ποια πιστεύετε ότι είναι η σχέση τιμής των Ελληνικών φαρμάκων με τα εισαγόμενα;» οι απαντήσεις έχουν ως εξής:

• 65% φθηνότερα: 1%
• 31-64% φθηνότερα: 8%
• Έως 30% φθηνότερα: 32%
• Έως 30% ακριβότερα: 17%
• 31-64% ακριβότερα: 9%
• 65% ακριβότερα: 2%
• Δεν γνωρίζω: 32%

Από τη Βίκυ Καρατζαφέρη, υπεύθυνη θεμάτων υγείας neadiatrofis.gr