Σύμφωνα με νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Obesity, φαίνεται ότι τα παιδιά που έχουν εκτεθεί σε αντιβιοτικά κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή τρίτου τριμήνου της κύησης, διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας στην ηλικία των 7 ετών.
Παράλληλα, η ίδια μελέτη, δείχνει πως η γέννηση του παιδιού με καισαρική τομή σχετίζεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας αργότερα κατά την παιδική ηλικία.

Αν και προγενέστερες μελέτες έχουν συσχετίσει τη λήψη αντιβιοτικών κατά τα πρώτα στάδια της ζωής του παιδιού με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης παχυσαρκίας, η παρούσα μελέτη δείχνει πως και η λήψη αντιβιοτικών από τη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, πιθανόν να αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα κινδύνου.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από περισσότερες από 400 υγιείς γυναίκες, τις οποίες ξεκίνησαν να παρακολουθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τόσο οι γυναίκες όσο και τα παιδιά που απέκτησαν συμμετείχαν στη μελέτη για διάστημα 7 ετών. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε αντιβιοτικά κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης είχαν 84% μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκα στην ηλικία των 7 ετών, σε σύγκριση με τα παιδιά των οποίων οι μητέρες δεν είχαν λάβει αντιβιοτικά. Από την άλλη, ανεξάρτητα από τη χρήση αντιβιοτικών, φάνηκε ότι τα παιδιά που γεννήθηκαν με καισαρική τομή είχαν 46% μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκα σε σχέση με εκείνα που γεννήθηκαν με φυσιολογικό τοκετό.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, πιθανολογείται ότι τόσο η χρήση αντιβιοτικών προγεννητικά όσο και η διενέργεια καισαρικής τομής ενδεχομένως να επηρεάζουν τη μεταφορά και ανάπτυξη των βακτηρίων που θα αποτελέσουν την εντερική μικροχλωρίδα του παιδιού, κάτι το οποίο φαίνεται πως σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων νοσημάτων, μεταξύ των οποίων και η παχυσαρκία. Σε κάθε περίπτωση, η περαιτέρω διερεύνηση της επίδρασης των αντιβιοτικών και της μεθόδου τοκετού στην ανάπτυξη των βακτηρίων που αποτελούν το «οικοσύστημα» του οργανισμού, θα βοηθούσε σημαντικά στην κατανόηση των υπεύθυνων μηχανισμών και τη δημιουργία συστάσεων για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών.

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr