Πολύς λόγος γίνεται τα τελευταία χρόνια για τη βιταμίνη D και τη σημασία της, καθώς όλο και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι ο φυσιολογικός της ρόλος εκτείνεται κατά πολύ πέραν της σκελετικής υγείας, συμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος και την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης, διάφορες μορφές καρκίνου αλλά και ορισμένες αυτοάνοσες ασθένειες.

Η βιταμίνη D περιέχεται σε τρόφιμα όπως τα λιπαρά ψάρια, το αβγό και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, καθώς και σε εμπλουτισμένα τρόφιμα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος προκύπτει από την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. Δεδομένου ότι η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα με αυξημένη ηλιοφάνεια, είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς ότι υπάρχει κίνδυνος έλλειψης βιταμίνης D. Ωστόσο, πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν υψηλά ποσοστά ανεπάρκειας στα παιδιά στη χώρα μας.

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση οστικού και μυϊκού πόνου, οδοντικών προβλημάτων, μειωμένης ανάπτυξης, καταγμάτων, χαμηλότερης οστικής μάζας και ραχίτιδας. Γι’ αυτό το λόγο, είναι χρήσιμο να γίνεται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων βιταμίνης D στο αίμα, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει επάρκεια βιταμίνης D στα παιδιά.

Η συστηματική κατανάλωση πλούσιων πηγών βιταμίνης D και η ελεγχόμενη, αλλά τακτική, έκθεση στον ήλιο μπορούν να συμβάλλουν στην πρόληψη της ανεπάρκειας. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις είναι πιθανό να απαιτείται συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D, γεγονός που θα πρέπει να εξεταστεί από τον παιδίατρο.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr