Όταν αποφασίζει κανείς να ξεκινήσει μια προσπάθεια απώλειας βάρους, θα πρέπει να προηγηθεί προσεκτική αξιολόγηση όλων των
παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν το ισοζύγιο ενέργειας. Και αυτό γιατί, εάν κάποιος παράγοντας δε ληφθεί υπόψη στο σχεδιασμό του διαιτολογίου και του συνολικού πλάνου ενεργειακής πρόσληψης και ενεργειακής δαπάνης, τότε μπορεί το άτομο να μην πετύχει την αναμενόμενη απώλεια, ακόμη και αν ακολουθήσει τις οδηγίες «κατά γράμμα», κάτι που θα οδηγήσει σε απογοήτευση κι ενδεχομένως διακοπή της προσπάθειας.

Ένας παράγοντας λοιπόν, που μπορεί να «σαμποτάρει» μια δίαιτα, είναι η λήψη ορισμένων φαρμάκων. Ειδικότερα, υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες φαρμακευτικών σκευασμάτων που μπορεί να επηρεάσουν το σωματικό βάρος, οδηγώντας σε ανεπιθύμητη αύξησή του ή δυσκολεύοντας την απώλεια. Το «πρόβλημα» συνήθως δεν εντοπίζεται στο ίδιο το φάρμακο, αλλά στις παρενέργειές του, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν αύξηση της όρεξης, διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης, μείωση του βασικού μεταβολικού ρυθμού, αίσθημα κόπωσης και νωθρότητας, που μπορεί να αποτρέψει το άτομο από το να είναι σωματικά δραστήριο, ή κατακράτηση υγρών, η οποία μπορεί να ανεβάσει την ένδειξη της ζυγαριάς, ακόμη και αν αυτό δεν οφείλεται σε αύξηση του σωματικού λίπους.

Μεταξύ των φαρμάκων που μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του βάρους ή να δυσκολέψουν την απώλεια περιλαμβάνονται οι εξής κατηγορίες: φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη, αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά φάρμακα, ορμονικές θεραπείες, όπως τα κορτικοστεροειδή και ορισμένα αντισυλληπτικά, καθώς και κάποια αντιισταμινικά και αντιϋπερτασικά φάρμακα.

Συνεπώς, άτομα που λαμβάνουν σκευάσματα που ανήκουν στις παραπάνω ομάδες, θα πρέπει να ενημερωθούν από το θεράποντα ιατρό, σχετικά με πιθανές παρενέργειες που μπορεί να αφορούν το σωματικό βάρος, καθώς και να ελέγξουν την πιθανότητα χορήγησης εναλλακτικών φαρμάκων.

Σε κάθε περίπτωση, η λήψη των εν λόγω φαρμάκων σαφώς δε συνεπάγεται ότι η απώλεια βάρους είναι αδύνατη, παρά αποτελεί μια παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογιστεί στο σχεδιασμό του προτεινόμενου προγράμματος διατροφής και άσκησης. Για παράδειγμα, μια ήπια αύξηση των επιπέδων φυσικής δραστηριότητας μπορεί να είναι αρκετή, ώστε να προσπεραστεί το «εμπόδιο» που θέτει η λήψη κάποιου φαρμάκου στην απώλεια βάρους.

Από την άλλη, η έναρξη θεραπευτικής αγωγής με κάποιο από τα παραπάνω σκευάσματα δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να λειτουργήσει ως «άλλοθι» για ανεξέλεγκτη πρόσληψη θερμίδων ή «παραίτηση» από κάθε προσπάθεια απώλειας βάρους. Άλλωστε, δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως το φάρμακο αποτελεί ένα μόνο παράγοντα μιας «εξίσωσης» που μπορούμε τελικά να λύσουμε προς όφελός μας…

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr