Η έλλειψη ύπνου έχει συσχετισθεί από πολλές μελέτες με υπερκατανάλωση τροφής, προτίμηση σε «ανθυγιεινές» επιλογές τροφίμων και αύξηση του σωματικού βάρους.
Νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ένα πιθανό μηχανισμό, καθώς φαίνεται ότι η μειωμένη διάρκεια ύπνου αυξάνει τα επίπεδα μιας χημικής ουσίας, η οποία ενισχύει την ευχαρίστηση που προσφέρει η κατανάλωση φαγητού και ιδιαίτερα γλυκών ή αλμυρών σνακ με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.

Για τους σκοπούς της μελέτης, που δημοσιεύεται στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό SLEEP, οι ερευνητές αξιολόγησαν το αίσθημα πείνας και τη διατροφική πρόσληψη 14 υγιών ανδρών και γυναικών νεαρής ηλικίας, σε δύο διαφορετικές περιστάσεις: ένα τετραήμερο στο οποίο πέρασαν 8,5 ώρες στο κρεβάτι και κοιμήθηκαν κατά μέσο όρο 7,5 ώρες ανά βράδυ (1) κι ένα τετραήμερο όπου πέρασαν μόνο 4,5 ώρες στο κρεβάτι, με τη μέση διάρκεια ύπνου να διαμορφώνεται στις 4,2 ώρες ανά βράδυ (2).

Οι ερευνητές παρατήρησαν πως τις ημέρες που τα άτομα είχαν κοιμηθεί λίγες ώρες, τα επίπεδα μιας συγκεκριμένης χημικής ουσίας στο αίμα αυξήθηκαν περισσότερο και παρέμειναν αυξημένα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συγκριτικά με τις ημέρες που είχαν κοιμηθεί επαρκώς. Επιπλέον, σε αυτό το χρονικό διάστημα οι εθελοντές παρουσίασαν αυξημένο αίσθημα πείνας και επιθυμίας για κατανάλωση φαγητού, ενώ όταν τους δόθηκε πρόσβαση σε σνακ κατανάλωσαν σχεδόν τη διπλάσια ποσότητα λιπαρών.

Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, αν και πρόκειται για μια μικρή μελέτη, με περιορισμένη χρονική διάρκεια, τα ευρήματα είναι σημαντικά και συνδέονται άμεσα με την καθημερινότητα. Ειδικότερα, φαίνεται πως όταν κανείς έχει κοιμηθεί επαρκώς είναι πιθανότερο να αντισταθεί σε διατροφικούς «πειρασμούς» που μπορεί να υπάρχουν γύρω του, ενώ η στέρηση ύπνου μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ευχαρίστησης που προσφέρει η κατανάλωση φαγητού, καθιστώντας δυσκολότερο τον έλεγχο της πρόσληψης τροφής.

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr