Αναλύοντας τη σύσταση του μητρικού γάλατος παρατηρεί κανείς πως ενώ προσφέρει 750 θερμίδες ανά λίτρο, όπως ακριβώς και το αγελαδινό, η αναλογία των κύριων θρεπτικών του
συστατικών (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη) διαφέρει κατά πολύ συγκριτικά με άλλα γάλατα, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την πέψη και την απορρόφηση της τροφής από το νεογνό.
Αναλυτικότερα, το 6-7% των ολικών θερμίδων του μητρικού γάλατος προσφέρονται από πρωτεΐνες, εκ των οποίων 60% είναι διάφορες πρωτεΐνες ορού και ένα μικρότερο ποσοστό (40%) είναι καζεΐνη. Αντίθετα, στο αγελαδινό γάλα το 20% των ολικών θερμίδων προέρχονται από πρωτεΐνες, από τις οποίες το 80% είναι καζεΐνη.
Το γεγονός αυτό παίζει σημαντικό ρόλο στην ικανότητα πέψης του γάλατος, καθώς η καζεΐνη σχηματίζει ένα σκληρό και δύσπεπτο πήγμα στο στομάχι του νεογνού.
Αν σκεφτεί κανείς σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία ότι το μητρικό γάλα περιέχει κατά πολύ μικρότερη ολική ποσότητα καζεΐνης συγκριτικά με το αγελαδινό, καταλαβαίνει πόσο πιο δύσπεπτο είναι το αγελαδινό γάλα και πόσο πιο καλή είναι η ανοχή του μωρού στο μητρικό γάλα.
Ακόμη, στο μητρικό γάλα εμπεριέχονται σε μεγάλες ποσότητες απαραίτητα αμινοξέα τα οποία δεν μπορεί να συνθέσει ο οργανισμός του νεογέννητου, ενώ πολύ σημαντικό είνάι το γεγονός ότι στο ανθρώπινο γάλα βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις τα αμινοξέα κυστεϊνη και ταυρίνη που είναι υπεύθυνα για την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος του μωρού.

Ως προς τη σύστασή του σε υδατάνθρακες, το μητρικό γάλα παρέχει το 42% των ολικών θερμίδων από λακτόζη, ενώ το αγελαδινό γάλα μόνο το 30%. Η λακτόζη συμβάλλει στην καλύτερη απορρόφηση τόσο ασβεστίου, όσο και μαγνησίου από το μωρό και ταυτόχρονα ενισχύει την εγκατάσταση απαραίτητων μικροοργανισμών (γαλακτοβάκκιλων) στο έντερο του νεογνού, οι οποίοι το προστατεύουν από διάφορες εντερικές λοιμώξεις.
Η σύσταση του μητρικού γάλατος σε λιπίδια είναι παρόμοια με αυτή του αγελαδινού γάλατος, με εξαίρεση την περιεκτικότητα σε λινολεϊκό οξύ που είναι απαραίτητο πολυακόρεστο λιπαρό οξύ και στο οποίο υπερτερεί και πάλι το μητρικό γάλα. Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο όμως, είναι η ύπαρξη στο μητρικό γάλα μιας λιπάσης. Η λιπάση είναι ένα ένζυμό το οποίο ενεργοποιείται από τα χολικά άλατα που εκκρίνονται κατά την πέψη των λιπών και συμβάλλει σημαντικά στην υδρόλυση των τριγλυκεριδίων και κατά προέκταση στην καλή πέψη του γάλατος.

Εξετάζοντας το γάλα όσον αφορά σε βιταμίνες και των μέταλλα, μπορούμε να πούμε ότι η καλή ή κακή περιεκτικότητα του γάλατος σε υδατοδιαλυτές βιταμίνες είναι αποτέλεσμα της επαρκούς πρόσληψής τους από τη θηλάζουσα μητέρα. Σε γενικές γραμμές όμως το μητρικό γάλα παρέχει επαρκείς ποσότητες σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β. Ακόμη, αποτελεί σημαντική πηγή βιταμίνης Ε για το παιδί, αλλά κυρίως βιταμίνης D. Την ίδια στιγμή το αγελαδινό γάλα συνήθως εμπλουτίζεται τεχνητά με βιταμίνη D, καθώς η περιεκτικότητά του σε αυτή τη βιταμίνη δεν είναι επαρκής για τις ανάγκες του νεογνού. Η περιεκτικότητα και των δύο γαλάτων σε σίδηρο είναι σχετικά χαμηλή. Η απορρόφηση όμως σιδήρου από το νεογέννητο είναι 49% από το μητρικό και λιγότερο από 1% από το αγελαδινό γάλα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη βιοδιαθεσιμότητα σε ψευδάργυρο που είναι υψηλότερη στο μητρικό γάλα, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό αφού ο ψευδάργυρος συμβάλλει στην ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος του μωρού.

Ιδιαίτερη σημασία όμως στη σύσταση του μητρικού γάλατος, έχει η ύπαρξη αντισωμάτων και άλλων αμυντικών κυττάρων και παραγόντων (όπως είναι ο αντισταφυλοκοκκικός παράγοντας,) που περνούν από τη μητέρα στο νεογνό, έτοιμα να το προστατεύσουν από λοιμώξεις. Ακόμη, πολύ σημαντική είναι η ύπαρξη στο μητρικό γάλα ανοσοσφαιρινών με κυριότερη την IgA, η οποία παίζει σπουδαίο ρόλο στην προστασία του ανώριμου γαστρεντερικού σωλήνα του νεογνού. Έχει βρεθεί όμως πως ο θηλασμός θα πρέπει να διαρκέσει τουλάχιστον 3 μήνες προκειμένου να προσφερθεί στο νεογέννητο αυτή η προστασία.
Τέλος, έχουν βρεθεί στο μητρικό γάλα αρκετοί άλλοι αμυντικοί παράγοντες όπως λακτοφερίνη, λυσοζύμη, φιμπρονεκτίνη και άλλες, γεγονός που εξηγεί το φαινόμενο της χαμηλής συχνότητας εμφάνισης λοιμώξεων σε βρέφη που θηλάζουν, έναντι αυτών που δεν θήλασαν ποτέ.
Δυστυχώς, σήμερα γίνεται μεγάλη προσπάθεια να υποκατασταθεί το μητρικό γάλα με διάφορα ειδικά τροποποιημένα και εμπλουτισμένα γάλατα του εμπορίου, με κυριότερο εκπρόσωπό τους το αγελαδινό, προκειμένου κυρίως να διευκολυνθούν οι νέες εργαζόμενες μητέρες.
Το μητρικό όμως γάλα, εκτός από την ιδανική σύστασή του που υπερτερεί συγκριτικά με όλες τις γνωστές φόρμουλες γάλατος που κυκλοφορούν στην αγορά, προσφέρει προστασία στο νεογνό από διάφορες λοιμώξεις και αλλεργίες και ταυτόχρονα δημιουργεί στενούς δεσμούς ανάμεσα στο μωρό που θηλάζει και στη μητέρα.

Η σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και των Παιδιατρικών Εταιριών ανά τον κόσμο περιλαμβάνει αποκλειστικό θηλασμό κατά το 1ο εξάμηνο της ζωής του βρέφους και τουλάχιστον μέχρι το 2ο έτος μεικτή διατροφή (μητρικό γάλα + άλλη τροφή).
Είναι λοιπόν αναγκαίο να καταβληθούν προσπάθειες για την προώθηση του μητρικού θηλασμού. Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το μητρικό γάλα αποτελεί το πολυτιμότερο αγαθό που προσφέρεται από τη μητέρα τους πρώτους μήνες της ζωής του παιδιού, μια υποχρέωση της μητέρας απέναντι στο παιδί της και ένα αναφαίρετο δικαίωμα του ίδιου του παιδιού.
Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη να συνειδητοποιήσουν οι νέες μητέρες την τεράστια αξία που έχει το μητρικό γάλα για το νεογνό και να μην στερήσουν από το παιδί τους τα πολλά και σημαντικότατα οφέλη για την υγεία και την ανάπτυξή του.

Επιστημονική ομάδα neadiatrofis.gr