Η έλλειψη σιδήρου αποτελεί μια από τις πιο συχνά εμφανιζόμενες διατροφικές ανεπάρκειες και εμφανίζεται κυρίως σε βρέφη, νήπια, παιδιά, έγκυες και γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.
Η συμπληρωματική χορήγηση αλάτων σιδήρου αποτελεί τη λύση εκλογής για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειάς του. Παρόλα αυτά η υπέρμετρη πρόσληψη σιδήρου μπορεί να ασκεί άμεσες αρνητικές επιδράσεις, όπως διαταραχή της φυσιολογικής λειτουργίας του εντέρου, αλλά και μακροπρόθεσμες αρνητικές επιδράσεις.

Συγκεκριμένα, η υψηλή πρόσληψη σιδήρου μπορεί να ασκεί αρνητικές επιδράσεις στην υγεία των οστών. Ο σίδηρος παίρνει μέρος στην υδροξυλίωση της προλίνης και της λυσίνης στο προκολλαγόνο και ως εκ τούτου είναι αναγκαίος για τη σύνθεση του κολλαγόνου του συνδετικού ιστού των οστών. Παρόλα αυτά, η υψηλή πρόσληψη σιδήρου επιδρά αρνητικά στο μεταβολισμό των οστών.

Συγκεκριμένα, ο ιονισμένος σίδηρος επικάθεται στα φλοιώδη και σπογγώδη οστά εντοπιζόμενος στις ενδοοστικές επιφάνειες και στο υπο-ασβεστοποίηση οστό. Μάλιστα, η υψηλή πρόσληψη σιδήρου σε επίπεδα μεγαλύτερα από 30 mg/ημέρα σε γυναίκες άνω των 30 ετών φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για κάταγμα ισχίου.

Η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου θα πρέπει να γίνεται για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και σε δοσολογίες αυστηρά ρυθμιζόμενες από το θεράποντα γιατρό ή διαιτολόγο.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr