Η επαρκής πρόσληψη βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της υγείας και τη φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών.
Γι’ αυτό το λόγο, πολλοί γονείς αναρωτιούνται εάν θα πρέπει το παιδί τους να λάβει κάποιο συμπλήρωμα διατροφής, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δε θα εμφανίσει ανεπάρκεια θρεπτικών συστατικών, ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου αρνείται να καταναλώσει ορισμένα τρόφιμα.

Σε γενικές γραμμές, τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι απαραίτητα σε υγιή παιδιά, που αναπτύσσονται φυσιολογικά. Ένα ισορροπημένο πρότυπο διατροφής, το οποίο περιλαμβάνει τρόφιμα από όλες τις ομάδες –γαλακτοκομικά, φρούτα, λαχανικά, όσπρια, κρέας, ψάρι, και προϊόντα δημητριακών-, μπορεί να καλύψει πλήρως τις ανάγκες των παιδιών σε μικροθρεπτικά συστατικά. Από την άλλη, η υπέρμετρη πρόσληψη ορισμένων βιταμινών και μετάλλων, μέσω της λήψης συμπληρωμάτων, μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση συμπτωμάτων τοξικότητας, ή να μειώσει την απορρόφηση άλλων θρεπτικών συστατικών.

Βέβαια, υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις, όπου η πιθανότητα λήψης κάποιου συμπληρώματος θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και με τη βοήθεια του παιδιάτρου, καθώς ενδεχομένως να είναι απαραίτητη. Οι περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνουν παιδιά που:

– παρουσιάζουν αυξημένες ανάγκες σε ορισμένα θρεπτικά συστατικά, λόγω κάποιου υποκείμενου νοσήματος ή ως αποτέλεσμα μειωμένης απορρόφησης
– εμφανίζουν μείωση του ρυθμού ανάπτυξης
– ακολουθούν διατροφικά σχήματα περιοριστικού τύπου, όπως για παράδειγμα οι χορτοφαγικές δίαιτες
– παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού επιλεκτικότητα στο φαγητό, με αποτέλεσμα να μην καταναλώνουν συγκεκριμένες ομάδες τροφίμων

Από την άλλη, «ειδική περίπτωση» ενδεχομένως να αποτελεί η βιταμίνη D, συγκριτικά με τα υπόλοιπα μικροθρεπτικά συστατικά. Και αυτό γιατί, αφενός οι πλούσιες διαιτητικές πηγές της είναι αρκετά περιορισμένες και αφετέρου η αποφυγή της έκθεσης στον ήλιο, λόγω των σχετιζόμενων με αυτή κινδύνων για την υγεία του δέρματος, οδηγεί σε μειωμένη σύνθεσή της από τον οργανισμό. Το γεγονός αυτό, επιβεβαιώνεται από πρόσφατες μελέτες, που δείχνουν πως τα επίπεδα ανεπάρκειας βιταμίνης D σε παιδιά και ενήλικες έχουν αυξηθεί σημαντικά, ακόμη και σε χώρες που παραδοσιακά δεν παρουσίαζαν πρόβλημα, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα, την ίδια στιγμή που η εν λόγω βιταμίνη αναδεικνύεται όλο και περισσότερο σε κρίσιμο ρυθμιστικό παράγοντα για τη διατήρηση της υγείας. Συνεπώς, θα λέγαμε ότι είναι χρήσιμο να γίνεται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων βιταμίνης D στο αίμα, προκειμένου να αξιολογείται η αναγκαιότητα χορήγησης συμπληρώματος για τη διόρθωση ή την πρόληψη της εμφάνισης ανεπάρκειας.

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr