Τα φυτικά ροφήματα που καταναλώνονται ως υποκατάστατα του γάλακτος και προέρχονται από σόγια, δημητριακά ή ξηρούς καρπούς έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή τα τελευταία χρόνια.

Στο γεγονός αυτό, έχουν συντελέσει πολλοί παράγοντες, με σημαντικότερους την καχυποψία του καταναλωτικού κοινού αναφορικά με την ασφάλεια του αγελαδινού γάλακτος, την αυξανόμενη τάση της φυτοφαγίας, αλλά και το «βομβαρδισμό» των καταναλωτών με μύθους αναφορικά με το θέμα των δυσανεξιών, που έχει άσκοπα οδηγήσει πολλούς σε αποκλεισμό συγκεκριμένων τροφίμων ή και ολόκληρων ομάδων από το διαιτολόγιό τους.

Τι ισχύει όμως στην περίπτωση των παιδιών; Κατά πόσο μπορούν αυτά τα προϊόντα να καλύψουν τις ανάγκες τους και πόσο «υγιεινές» εναλλακτικές είναι τελικά;

Αρχικά, θα πρέπει να αναφερθεί πως τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά μπορεί να διαφέρουν αρκετά ως προς τη σύστασή τους. Σε γενικές γραμμές όμως, θα λέγαμε ότι τα περισσότερα φυτικά «γάλατα» παρασκευάζονται κυρίως από νερό, πολύ μικρή ποσότητα του δημητριακού ή ξηρού καρπού από το οποίο προέρχονται, ζάχαρη ή γλυκαντικές ύλες και εμπλουτίζονται με βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία, με στόχο να πλησιάζουν το διατροφικό προφίλ του γάλακτος.

Αν και το θερμιδικό τους περιεχόμενο είναι αρκετά χαμηλό, ειδικά όταν περιέχουν μη-θερμιδικά γλυκαντικά αντί για ζάχαρη, είναι επίσης πολύ φτωχά σε πρωτεΐνη και ειδικότερα υψηλής βιολογικής αξίας, που είναι απαραίτητο συστατικό για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών. Εξαίρεση αποτελεί το γάλα σόγιας, που έχει υψηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, η οποία ωστόσο είναι φυτικής προέλευσης, ενώ προβληματισμό θα έπρεπε να προκαλεί το ζήτημα της προέλευσης της σόγιας, που δυστυχώς αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα γενετικά τροποποιημένου προϊόντος παγκοσμίως. Από την άλλη, τόσο η ζάχαρη όσο και τα μη-θερμιδικά γλυκαντικά που περιέχουν τα φυτικά υποκατάστατα γάλακτος, δε θα λέγαμε ότι είναι σκόπιμο να καταναλώνονται στην παιδική ηλικία.

Συμπερασματικά, οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί ως προς την αγορά τέτοιων προϊόντων, ειδικά όταν αυτά προορίζονται για παιδιά, και να διαβάζουν προσεκτικά τις ετικέτες διατροφικής επισήμανσης. Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως οι διατροφικές ανάγκες κάθε παιδιού θα πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση, καθώς ο τρόπος κάλυψής τους επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων, γεγονός που απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr