Η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής χαρακτηρίζεται από αποχή από την κατανάλωση κρέατος και ζωικών προϊόντων, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά και αποτελεί ένα διατροφικό πρότυπο που έχει συσχετισθεί με σημαντικά οφέλη για την υγεία των ενηλίκων.

Τι ισχύει, όμως στην περίπτωση των παιδιών και των εφήβων; Κατά πόσο είναι εφικτό ένα νηστίσιμο διαιτολόγιο να καλύψει τις ανάγκες τους σε απαραίτητα θρεπτικά συστατικά;

Ουσιαστικά, το «πρόβλημα» εντοπίζεται στην πρόσληψη πρωτεΐνης υψηλής βιολογικής αξίας, σιδήρου και ασβεστίου, που είναι κρίσιμα για την ομαλή και υγιή ανάπτυξη των παιδιών και προσλαμβάνονται κυρίως από μη-νηστίσιμα τρόφιμα.

Προκειμένου, λοιπόν, να καλύπτονται οι ανάγκες στα παραπάνω θρεπτικά συστατικά, τα παιδιά που νηστεύουν θα πρέπει να ακολουθούν ένα προσεκτικά σχεδιασμένο διαιτολόγιο, με κατάλληλους συνδυασμούς πρωτεϊνών φυτικής προέλευσης, πλούσιες πηγές μη-αιμικού σιδήρου, όπως όσπρια, πράσινα φυλλώδη λαχανικά και εμπλουτισμένα δημητριακά με ταυτόχρονη κατανάλωση πηγών βιταμίνης C ώστε να ενισχυθεί η απορρόφησή του και «εναλλακτικές» πηγές ασβεστίου, όπως είναι τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, το μπρόκολο και ορισμένα όσπρια και ξηροί καρποί (ειδικότερα τα ξερά φασόλια, τα αμύγδαλα και το σουσάμι).

Βέβαια, ένα τέτοιο διαιτολόγιο, πέρα από το γεγονός ότι απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, είναι πιθανό να μη μπορεί να τηρηθεί πιστά από τα παιδιά, ειδικά σε περιπτώσεις που εμφανίζουν μεγάλη επιλεκτικότητα στο φαγητό. Από την άλλη, θα πρέπει να προηγηθεί αξιολόγηση της υγείας και της θρεπτικής κατάστασης του παιδιού, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν υπάρχει ήδη έλλειψη ορισμένων θρεπτικών συστατικών.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η πλήρης νηστεία είναι προτιμότερο να αποφεύγεται στην περίπτωση των παιδιών και των εφήβων. Εναλλακτικά, μπορεί να τηρηθεί μόνο κατά τη διάρκεια της Μ. Εβδομάδας, ελαχιστοποιώντας την πιθανότητα εμφάνισης διατροφικών ελλείψεων.

Επιστημονική ομάδα neadiatrofis.gr