Τα ψάρια αποτελούν μια ομάδα εξαιρετικά θρεπτικών τροφίμων και καταλαμβάνουν σημαντική θέση σε ένα ισορροπημένο πρότυπο διατροφής.

Ορισμένα από αυτά συγκαταλέγονται στις πλουσιότερες πηγές ω-3 λιπαρών οξέων, ενώ παράλληλα προσφέρουν και άλλα πολύτιμα μικροθρεπτικά συστατικά όπως βιταμίνη A και D, ασβέστιο, φώσφορο, σελήνιο και ψευδάργυρο. Για το λόγο αυτό, οι διεθνείς συστάσεις αναφέρουν πως το ψάρι θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο εβδομαδιαίο διαιτολόγιο τουλάχιστον 2 φορές, με τη μία μερίδα να προέρχεται από λιπαρά ψάρια, πλούσια σε ω-3 λιπαρά οξέα.

Βέβαια, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποφεύγουν την κατανάλωσή του, σκεπτόμενοι την πιθανότητα ύπαρξης υψηλών συγκεντρώσεων βαρέων μετάλλων, όπως ο μόλυβδος και ο υδράργυρος, λόγω της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα των τελευταίων ετών όμως, φαίνεται πως τα οφέλη της κατανάλωσης ψαριού είναι περισσότερα, συγκριτικά με τους πιθανούς κινδύνους.

Σε κάθε περίπτωση, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε πως έχει σημασία και το είδος των ψαριών που καταναλώνουμε. Γενικά, ο κίνδυνος μόλυνσης από ρυπογόνες ουσίες του περιβάλλοντος, όπως είναι τα βαρέα μέταλλα, είναι υψηλότερος στα μεγάλα ψάρια και σε εκείνα που ζουν περισσότερο, καθώς οι ουσίες αυτές έχουν την τάση να συσσωρεύονται στο σώμα των ψαριών. Επομένως, επιλέγοντας μικρότερα ψάρια, όπως για παράδειγμα σαρδέλα και γαύρο έναντι του σολομού και του ξιφία, μπορούμε να εξασφαλίσουμε όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Από τη Χριστίνα Κατσαρού, επιστημονική συνεργάτη neadiatrofis.gr