Για αρκετές δεκαετίες η φρουκτόζη αποτελούσε -και συνεχίζει να αποτελεί- μια «εναλλακτική πηγή» της γλυκιάς γεύσης.
Πρόκειται για μία απλή μορφή υδατάνθρακα (μονοσακχαρίτης) που περιέχεται φυσικά σε πολλά τρόφιμα όπως το μέλι, τα λαχανικά και τα φρούτα, ή συνδυάζεται με ένα άλλο μονοσακχαρίτη, τη γλυκόζη, οπότε προκύπτει η γνωστή σε όλους μας ζάχαρη, η οποία αποτελείται από 50% φρουκτόζη και 50% γλυκόζη.

Για τη γλυκιά του γεύση, προστίθεται στα τρόφιμα και ροφήματα και το σιρόπι καλαμποκιού με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη (HFCS), ή αλλιώς σιρόπι φρουκτόζης-γλυκόζης ή ισογλυκόζη, που προέρχεται από το καλαμπόκι και αποτελείται από μόρια γλυκόζης και φρουκτόζης, σε διαφορετικές αναλογίες, π.χ. 42% φρουκτόζη + 58% γλυκόζη ή 55% φρουκτόζη + 45% γλυκόζη. Ωστόσο, τελευταία, η φρουκτόζη έχει γίνει το επίκεντρο μιας διαμάχης που αφορά στην επίδρασή της στην υγεία, καθώς ορισμένοι ερευνητές τη συνδέουν με προβλήματα όπως η παχυσαρκία, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, και ο σακχαρώδης διαβήτης, μετά από μελέτες σε πειραματόζωα.

Τι μας λέει η επιστήμη
Σύμφωνα με μια πρόσφατη ανασκόπηση των επιστημονικών μελετών που αφορούν στο θέμα αυτό, τα υπάρχοντα δεδομένα δεν επαρκούν για να αποδείξουν ότι η φρουκτόζη συνδέεται με την παχυσαρκία και με καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, όταν χορηγείται σε μέτρια επίπεδα πρόσληψης. Οι μελέτες που υποδεικνύουν την παραπάνω σχέση έχουν πραγματοποιηθεί κυρίως σε πειραματόζωα (τα οποία δεν μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα με τον ανθρώπινο οργανισμό), ενώ δεν υποστηρίζονται επαρκώς από μελέτες σε ανθρώπους. Επιπλέον, οι όποιες δυσμενείς επιπτώσεις παρατηρήθηκαν όταν η φρουκτόζη χορηγούνταν σε μεγαδόσεις, τις οποίες είναι απίθανο να καταναλώσει ένας μέσος άνθρωπος.H Aμερικανική Ιατρική Ένωση αναφέρει ότι «είναι ανεπαρκή τα δεδομένα για να περιορίσουμε τη χρήση του σιροπιού φρουκτόζης-γλυκόζης ή άλλων γλυκαντικών που περιέχουν φρουκτόζη στα τρόφιμα».
Άλλωστε, τα σάκχαρα που περιέχουν θερμίδες, είτε βρίσκονται φυσικά στα τρόφιμα είτε προστίθενται σε αυτά, κατά τη διάρκεια της πέψης αποσυντίθεται στα ίδια απλά σάκχαρα (π.χ γλυκόζη και φρουκτόζη) και το σώμα τα αναγνωρίζει και τα διαχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσή τους.

Επιπλέον, έχει πλέον αποδειχθεί ότι πίσω από την αύξηση της παχυσαρκίας και του καρδιομεταβολικού κινδύνου «κρύβεται» η λανθασμένη διατροφική συμπεριφορά στο σύνολό της και η υπερκατανάλωση τροφίμων, σε συνδυασμό με την καθιστική ζωή.

Συνεπώς, δεν χρειάζεται να εστιάσουμε στον αποκλεισμό μεμονωμένων τροφίμων, ροφημάτων, ή θρεπτικών συστατικών από τη διατροφή μας, αλλά στην αλλαγή του συνολικού τρόπου ζωής και των λανθασμένων διατροφικών συνηθειών.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrpofis.gr