Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια μεταβολική νόσος, που συνοδεύεται από ένα ευρύ φάσμα άμεσων και μακροπρόθεσμων επιπλοκών για την υγεία και τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται όλο και συχνότερα.

Η έγκαιρη διάγνωση του προβλήματος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξή του, καθώς η κατάλληλη διαχείριση της νόσου μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά ή και να αποτρέψει την εμφάνιση ορισμένων επιπλοκών.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως δε διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη, αφού δεν υπάρχει ιστορικό στην οικογένεια. Πράγματι, η κληρονομικότητα αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα για την εμφάνιση της νόσου, καθώς άτομα που έχουν τουλάχιστον έναν συγγενή πρώτου βαθμού που πάσχει από αυτή, έχουν 3,5 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν και οι ίδιοι σακχαρώδη διαβήτη. Ωστόσο, η γενετική προδιάθεση ευθύνεται σε μικρό μόνο ποσοστό, καθώς είναι πλέον γνωστό πως υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της εν λόγω πάθησης. Μάλιστα, οι παράγοντες κινδύνου διακρίνονται σε μη-τροποποιήσιμους και τροποποιήσιμους.

Στην πρώτη κατηγορία, εκτός από την κληρονομικότητα, περιλαμβάνονται η ηλικία και ο διαβήτης κύησης, καθώς οι γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης έχουν 40% μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, σε διάστημα 15 ετών μετά την εγκυμοσύνη. Από την άλλη, είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς ποιοι είναι οι τροποποιήσιμοι παράγοντες, ώστε να στοχεύσει σε αντίστοιχες αλλαγές στον τρόπο ζωής και να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη.

Ένας από τους βασικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου είναι το αυξημένο σωματικό βάρος. Ειδικότερα, υπολογίζεται ότι τιμές δείκτη μάζας σώματος μεγαλύτερες του 25 ευθύνονται για το 65-80% των νέων περιπτώσεων σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, ενώ η «κεντρικού τύπου» παχυσαρκία, η ύπαρξη δηλαδή συσσωρευμένου λίπους στην περιοχή της κοιλιάς, σχετίζεται με ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο.

Παράλληλα, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας και ο καθιστικός τρόπος ζωής αποτελούν επίσης επιβαρυντικούς παράγοντες, αφού συνδέονται με την εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης. Φυσικά, από τη λίστα δε θα μπορούσαν να λείπουν οι διατροφικές συνήθειες, με την υψηλή κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε κορεσμένα λιπαρά και επεξεργασμένους υδατάνθρακες και τη χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών να συσχετίζονται με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη. Τέλος, η ύπαρξη άλλων προβλημάτων υγείας, όπως η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία συνδέεται με μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης της νόσου.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr