Αποτελεί έναν από τους πιο παγιωμένους διατροφικούς μύθους, καθώς δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι ξεκινώντας μια προσπάθεια απώλειας βάρους θα πρέπει να το στερηθούν ή ότι δε νοείται δίαιτα που να «επιτρέπει» κατανάλωση ψωμιού μαζί με το γεύμα.
Τελικά τι ισχύει για τη θέση του ψωμιού σε μια δίαιτα;
Το ψωμί, ανήκει στην ομάδα των αμυλούχων τροφίμων, που αποτελούν τη βάση της Μεσογειακής πυραμίδας διατροφής. Σύμφωνα με τις συστάσεις διεθνών οργανισμών και τα πρότυπα ισορροπημένης διατροφής, το 50-55% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης θα πρέπει να προέρχεται από υδατάνθρακες. Κατ’ επέκταση, είναι φανερό ότι ο αποκλεισμός του ψωμιού από τη δίαιτα θα δημιουργούσε ένα «κενό» στην προσπάθεια να καλυφθεί το εν λόγω ποσοστό, καθώς η συνεισφορά του στη συνολική πρόσληψη υδατανθράκων είναι σημαντική. Επιπλέον το ψωμί, πέραν από υδατάνθρακες, μας προμηθεύει και με φυτικής προέλευσης πρωτεΐνη, βιταμίνες του συμπλέγματος Β και ιχνοστοιχεία.

Μία φέτα ψωμί (30 γρ.) αποδίδει κατά μέσο όρο 70-80 θερμίδες. Ωστόσο, το θερμιδικό του περιεχόμενο δε μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για την ένταξή του σε ένα διαιτολόγιο ή για το χαρακτηρισμό του ως «παχυντικό» ή μη, καθώς το ενεργειακό ισοζύγιο είναι εκείνο που καθορίζει την πορεία βάρους ενός ατόμου. Συνεπώς, όπως ισχύει για όλα τα τρόφιμα, η έμφαση θα πρέπει να δίνεται στην ποσότητα που καταναλώνεται, η οποία θα πρέπει να συμβαδίζει με τις ανάγκες του οργανισμού, τη συνολική ενεργειακή δαπάνη αλλά και τη σύσταση του διαιτολογίου, το είδος και την ποσότητα των τροφίμων που καταναλώνονται συνολικά μέσα στην ημέρα.

Πέραν από την ποσότητα, σημαντικό ρόλο παίζει και το είδος του ψωμιού. Στο πλαίσιο μιας δίαιτας αλλά και γενικότερα μιας ισορροπημένης διατροφής, συστήνεται η επιλογή ψωμιού ολικής άλεσης έναντι του λευκού. Η υψηλότερη περιεκτικότητά του σε θρεπτικά συστατικά και φυτικές ίνες το καθιστούν πιο υγιεινή επιλογή, καθώς οι φυτικές ίνες συμβάλλουν στην καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος, ενώ σχετίζονται και με βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ και μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Επιπλέον, το ψωμί ολικής άλεσης αποτελεί και περισσότερο «κατάλληλη για δίαιτα» επιλογή, αφού οι φυτικές ίνες που περιέχει καθυστερούν την κένωση του στομάχου, οδηγώντας σε αύξηση του αισθήματος κορεσμού, ενώ παράλληλα ο χαμηλότερος γλυκαιμικός του δείκτης συμβάλλει στην καλύτερη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου μεταγευματικά, με αποτέλεσμα να καθυστερεί την επανεμφάνιση του αισθήματος πείνας. Άλλωστε, μελέτες έχουν δείξει ότι η αυξημένη κατανάλωση φυτικών ινών σχετίζεται με καλύτερη διαχείριση του σωματικού βάρους.

Αυτό που επίσης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στην προσπάθεια ρύθμισης του βάρους, είναι τα τρόφιμα που συνήθως συνοδεύουν το ψωμί, όπως για παράδειγμα το ελαιόλαδο, το βούτυρο, η πραλίνα φουντουκιού ή άλλα προϊόντα επάλειψης καθώς, αφενός αποτελούν τρόφιμα υψηλού ενεργειακού περιεχομένου και αφετέρου μπορεί να οδηγήσουν σε υπερκατανάλωση ψωμιού. Τέλος, μια καλή πρακτική είναι το ψωμί να αποφεύγεται σε γεύματα που περιέχουν άλλες πλούσιες πηγές υδατανθράκων, όπως το ρύζι, τα μακαρόνια ή οι πατάτες.

Συμπερασματικά, το ψωμί μπορεί και πρέπει να κατέχει τη δική του θέση σε μια δίαιτα, αρκεί βέβαια να τηρείται η «πολιτική ορθής χρήσης» όσον αφορά στην ποιότητα και ποσότητα κατανάλωσής του.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr