Νέα μεγάλη μελέτη, που πραγματοποιήθηκε στη Σουηδία, δείχνει ότι τα παιδιά γονέων που πάσχουν από
οποιαδήποτε μορφή διαβήτη, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν διαβήτη τύπου Ι, καθώς και ότι το υπερβάλλον σωματικό βάρος της μητέρας αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου Ι στο παιδί, όταν κανένας από τους δύο γονείς δεν πάσχει από τη νόσο.

Τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Diabetologia, δείχνουν ότι η εφαρμογή στρατηγικών που στοχεύουν στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του ποσοστού εμφάνισης διαβήτη τύπου Ι, το οποίο παρουσιάζει ανοδικές τάσεις στις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Συνολικά, χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από περισσότερα από 1.2 εκατομμύρια παιδιά, που γεννήθηκαν στη Σουηδία κατά το διάστημα 1992-2004. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τα παιδιά από τη γέννηση μέχρι και την περίοδο διάγνωσης της νόσου, ή διαφορετικά έως το 2009, ενώ ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) της μητέρας υπολογίστηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη τύπου Ι ήταν κατά 33% υψηλότερος στα παιδιά των οποίων οι μητέρες ήταν παχύσαρκες (ΔΜΣ> 30 kg/m2). Το φαινόμενο αυτό, ωστόσο, παρατηρήθηκε μόνο μεταξύ των οικογενειών όπου οι γονείς δεν εμφάνιζαν διαβήτη τύπου Ι ή τύπου ΙΙ, ενώ στην περίπτωση που υπήρχε ιστορικό διαβήτη, η παχυσαρκία της μητέρας δε φάνηκε να διαφοροποιεί την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου και στο παιδί. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, το εύρημα αυτό υποδεικνύει ξεκάθαρα ότι η κληρονομικότητα αποτελεί ισχυρότερο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση της νόσου.

Σε κάθε περίπτωση, συμπεραίνει η ερευνητική ομάδα, η πρόληψη και αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβάλλει στη μείωση της συχνότητας εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι.