Το λίπος αποτελεί το πλουσιότερο σε ενέργεια μακροθρεπτικό συστατικό, αποδίδοντας 9 θερμίδες ανά γραμμάριο, ποσότητα υπερδιπλάσια συγκριτικά με τους υδατάνθρακες και τις πρωτεΐνες.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί λανθασμένα θεωρούν ότι ο πλήρης αποκλεισμός των λιπαρών από τη διατροφή μπορεί να αποτελέσει μια επιτυχημένη μέθοδο απώλειας βάρους.

Στην πραγματικότητα, η πρόσληψη λίπους είναι απαραίτητη, καθώς τα λιπαρά οξέα συμμετέχουν σε σημαντικές φυσιολογικές διεργασίες του οργανισμού. Αυτό λοιπόν που έχει σημασία, τόσο για τη διαχείριση του σωματικού βάρους όσο και για τη διατήρηση της υγείας, είναι η ποσότητα και το είδος των λιπαρών που καταναλώνουμε. Τα λιπαρά της διατροφής χωρίζονται σε κατηγορίες, οι οποίες αν και δε διαφέρουν μεταξύ τους όσον αφορά την ενεργειακή πυκνότητα, εν τούτοις έχουν διαφορετική επίδραση στην υγεία, από την οποία προκύπτει και ο χαρακτηρισμός τους ως «καλά» ή «κακά» λιπαρά.

Παρακάτω θα δείτε σε ποιες κατηγορίες διακρίνονται τα λιπαρά των τροφίμων και πως σχετίζεται καθεμιά από αυτές με την υγεία και τον κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων ασθενειών:

Κορεσμένα λιπαρά: Βρίσκονται κυρίως σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης όπως το κόκκινο κρέας, τα πουλερικά, το βούτυρο και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Υψηλή πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών σχετίζεται με αύξηση των επιπέδων ολικής και «κακής» χοληστερόλης, που αποτελούν παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η αντικατάσταση μέρους των κορεσμένων από μονο- και πολυακόρεστα λιπαρά μπορεί να μειώσει τα επίπεδα «κακής» χοληστερόλης, ελαττώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιοπαθειών.

Trans (υδρογονωμένα) λιπαρά: Οι κύριες πηγές trans λιπαρών οξέων στη διατροφή είναι οι μαργαρίνες, με τις «σκληρές» μαργαρίνες να έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα, το λίπος του μοσχαριού και του γάλακτος, το βούτυρο, καθώς επίσης και τα μπισκότα και αρτοπαρασκευάσματα που παράγονται από μερικώς υδρογονωμένα φυτικά έλαια και πολλά είδη έτοιμου-πρόχειρου φαγητού. Έχουν παρόμοια επίδραση στα επίπεδα «κακής» χοληστερόλης με αυτή των κορεσμένων λιπαρών, ενώ παράλληλα μειώνουν τα επίπεδα «καλής» χοληστερόλης, αυξάνοντας περαιτέρω τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Μονοακόρεστα λιπαρά: Κύριες πηγές είναι το ελαιόλαδο και οι ξηροί καρποί. Τα μονοακόρεστα λιπαρά βελτιώνουν το λιπιδαιμικό προφίλ, μειώνοντας τα επίπεδα «κακής» χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων και αυξάνοντας τα επίπεδα «καλής» χοληστερόλης, ειδικότερα όταν καταναλώνονται σε αντικατάσταση των κορεσμένων. Γενικά, συστήνεται τα μονοακόρεστα λιπαρά να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικά προσλαμβανόμενου λίπους της διατροφής.

Πολυακόρεστα λιπαρά: Περιέχονται κυρίως σε φυτικά έλαια και ξηρούς καρπούς. Εδώ ανήκουν τα ω-3 λιπαρά που περιλαμβάνονται κατά κύριο λόγο στα ψάρια και τα ιχθυέλαια, καθώς επίσης και σε ορισμένους ξηρούς καρπούς και τα ω-6 λιπαρά οξέα, που βρίσκονται κυρίως σε φυτικά έλαια. Τα ω-3 λιπαρά φαίνεται ότι ασκούν καρδιοπροστατευτική δράση ενώ παράλληλα παίζουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του εγκεφάλου και των ματιών. Επιπλέον, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ω-3 λιπαρά ασκούν αντιφλεγμονώδη δράση και πιθανόν να παίζουν ρόλο στην πρόληψη και διαχείριση ασθενειών όπως το άσθμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, η νόσος Alzheimer και η κατάθλιψη.

Συνεπώς, φροντίστε ώστε το λίπος της διατροφής σας να προέρχεται κυρίως από πηγές μονοακόρεστων και πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, περιορίζοντας την πρόσληψη κορεσμένων και trans λιπαρών, εξασφαλίζοντας έτσι τα απαραίτητα για τον οργανισμό σας θρεπτικά συστατικά και παράλληλα μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων.

Επιστημονική Ομάδα neadiatrofis.gr